Μετάφραση του "poliglota" σε Ελληνικά
Οι πολύγλωσσος, γλωσσομαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "poliglota" σε Ελληνικά.
poliglota
noun
masculine
γραμματική
osoba znająca i biegle się posługująca wieloma językami [..]
-
πολύγλωσσος
noun masculineosoba znająca i biegle się posługująca wieloma językami
Nie, nie Marcus, ani żadnych poliglotów.
'Οχι δε θέλω τον Μάρκους, ούτε το πολύγλωσσο.
-
γλωσσομαθής
nounPewien poliglota władający 12 językami powiedział mi kiedyś: ‚Zazdroszczę panu.
Μάλιστα, κάποιος γλωσσομαθής που μιλάει 12 γλώσσες μού είπε κάποτε: “Σε ζηλεύω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " poliglota " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη