Μετάφραση του "poligrafia" σε Ελληνικά

Οι πιεστήριο, τυπογραφία, τυπογραφείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "poligrafia" σε Ελληνικά.

poligrafia Noun noun feminine γραμματική

druk. poligr. dział techniki zajmujący się wytwarzaniem publikacji drukowanych; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιεστήριο

    noun

    dział przemysłu obejmujący wszystkie rodzaje techniki drukarskiej

  • τυπογραφία

    noun

    Przemysł drukarski (NACE: Poligrafia i reprodukcja zapisanych nośników informacji, Nr ref.

    Τυπογραφία (NACE: Εκτυπώσεις και αναπαραγωγή προεγγεγραμμένων μέσων, αριθ. αναφ.

  • τυπογραφείο

    noun neuter

    dział przemysłu obejmujący wszystkie rodzaje techniki drukarskiej

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " poligrafia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Poligrafia
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γραφικές τέχνες

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "poligrafia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη