Μετάφραση του "prasowanie" σε Ελληνικά

Το σιδέρωμα είναι η μετάφραση του "prasowanie" σε Ελληνικά.

prasowanie noun γραμματική

wygładzanie ubrania za pomocą żelazka [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σιδέρωμα

    noun neuter

    wygładzanie ubrania za pomocą żelazka [..]

    prasowanie i inne przygotowywanie odzieży do sprzedaży jako „wyrób gotowy”.

    — το σιδέρωμα και άλλη προετοιμασία ρούχων που πρόκειται να πωληθούν ως «έτοιμα».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prasowanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prasowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prasowanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη