Μετάφραση του "prawa" σε Ελληνικά

Οι δεξιός, δικαιώματα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prawa" σε Ελληνικά.

prawa noun feminine

1) Trwała bądź tymczasowa możliwość korzystania lub użytkowania np. nieruchomości; 2) Interes chroniony aktem ustawodawczym

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεξιός

    adjective

    Po prawej ma kilka złamanych żeber i przepona nie może sprężyć płuca.

    Έχει σπασμένα πλευρά στη δεξιά πλευρά της και το διάφραγμα δεν είναι σε θέση να συμπιέσει τον πνεύμονα.

  • δικαιώματα

    noun

    1) Trwała bądź tymczasowa możliwość korzystania lub użytkowania np. nieruchomości; 2) Interes chroniony aktem ustawodawczym

    Każdy człowiek ma prawo do ochrony moralnych i materialnych korzyści wynikających z jakiejkolwiek jego działalności naukowej, literackiej lub artystycznej.

    Καθένας έχει το δικαίωμα να προστατεύονται τα ηθικά και υλικά συμφέροντα του που απορρέουν από κάθε είδους επιστημονική, λογοτεχνηκή ή καλλιτεχνική παραγωγή του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prawa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prawa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prawa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη