Μετάφραση του "rata" σε Ελληνικά

Το δόση είναι η μετάφραση του "rata" σε Ελληνικά.

rata noun feminine γραμματική

finans. część długu, którą trzeba zapłacić w określonym terminie

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δόση

    noun feminine

    ekon. część długu, którą trzeba zapłacić w określonym terminie [..]

    Państwa członkowskie wypłacają ostatnią ratę wyłącznie po potwierdzeniu prawidłowej realizacji planu operacyjnego.

    Τα κράτη μέλη καταβάλλουν την τελευταία δόση μόνο εφόσον ελέγξουν την ορθή υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rata " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rata" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rata" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη