Μετάφραση του "robotnik" σε Ελληνικά

Οι εργάτης, εργάτρια, οικοδόμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "robotnik" σε Ελληνικά.

robotnik noun masculine γραμματική

pracownik wykonujący pracę fizyczną [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργάτης

    noun masculine

    pracownik wykonujący pracę fizyczną [..]

    Chciałabym odczytać dokładne słowa japońskiego robotnika, z którym przeprowadzono krótki wywiad.

    Θέλω να σας διαβάσω ακριβώς τι είπε ένας γιαπωνέζος εργάτης ο οποίος μπόρεσε και έδωσε μια μικρή συνέντευξη.

  • εργάτρια

    noun feminine

    Mogę być robotnikiem na platformie wiertniczej w Zatoce Meksykańskiej, ciekawe, na pewno nieekologiczne.

    Θα μπορούσα να ήμουν εργάτρια σε πετρελαιοπηγή στον Κόλπο του Μεξικού, όχι βαρετό, σίγουρα όχι οικολογικά φιλικό.

  • οικοδόμος

    noun

    To najzwyklejszy, pospolity robotnik budowlany i trzeba go odstawić na jego miejsce.

    Είναι ένας συνηθισμένος, κανονικός, κοινός οικοδόμος και πρέπει να τον γυρίσω εκεί όπου ανήκει.

  • εργάτης, δουλευτής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " robotnik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "robotnik"

Φράσεις παρόμοιες με "robotnik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "robotnik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη