Μετάφραση του "robota" σε Ελληνικά

Οι δουλειά, εργασία, έργο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "robota" σε Ελληνικά.

robota noun feminine γραμματική

pot. zespół czynności podejmowanych w celu wykonania czegoś [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλειά

    noun feminine

    czynności składające się na działanie, produkcję, pracowanie

    W zamian zgodził się zarezerwować dla ciebie czteromiesięczną robotę w jego klubie na dachu.

    Και για αντάλλαγμα, συμφώνησε να σου κλείσω μια τετράμηνη δουλειά στο κλαμπ του.

  • εργασία

    noun feminine

    czynności składające się na działanie, produkcję, pracowanie

    Nie przedstawiono jednak informacji o stanie zaawansowania robót w toku.

    Ωστόσο, δεν παρουσιάζεται ο βαθμός προόδου των εν εξελίξει εργασιών.

  • έργο

    noun neuter

    Gwarancje kwot zatrzymanych odnoszą się wyłącznie do umów na roboty budowlane.

    Οι εγγυήσεις τήρησης συμβατικών υποχρεώσεων αφορούν μόνο τις συμβάσεις έργων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άθλος
    • αγγαρεία
    • απασχόληση
    • επάγγελμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " robota " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "robota"

Φράσεις παρόμοιες με "robota" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "robota" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη