Μετάφραση του "rotor" σε Ελληνικά
Οι περιστρεφόμενο πηνίο, περιστρεφόμενος έλικας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rotor" σε Ελληνικά.
rotor
noun
masculine
γραμματική
techn. ruchoma część maszyny lub urządzenia wykonująca ruch obrotowy, wirnik [..]
-
περιστρεφόμενο πηνίο
noun -
περιστρεφόμενος έλικας
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rotor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη