Μετάφραση του "rowek" σε Ελληνικά

Το αυλάκι είναι η μετάφραση του "rowek" σε Ελληνικά.

rowek Noun noun masculine γραμματική

mały rów [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυλάκι

    noun neuter

    Zupełnie jakby ten rowek był odsączany z życia.

    Είναι σαν αυτό το αυλάκι να μην έχει καθόλου ζωή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rowek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rowek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη