Μετάφραση του "rower" σε Ελληνικά

Οι ποδήλατο, δίκυκλο, Ποδήλατο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rower" σε Ελληνικά.

rower noun masculine γραμματική

jednośladowy pojazd napędzany siłą ludzkich mięśni; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποδήλατο

    noun neuter

    jednośladowy pojazd napędzany siłą ludzkich mięśni; [..]

    Wolę chodzić pieszo niż jeździć na rowerze.

    Προτιμώ να πηγαίνω με τα πόδια παρά με το ποδήλατο.

  • δίκυκλο

    Noun

    " Będzie wielkim durniem, przechwalającym się aż nie spadnie z roweru. "

    Θα φουσκώσει πολύ και θα πέσει από το δίκυκλο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rower " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rower
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ποδήλατο

    Wolę chodzić pieszo niż jeździć na rowerze.

    Προτιμώ να πηγαίνω με τα πόδια παρά με το ποδήλατο.

Εικόνες με "rower"

Φράσεις παρόμοιες με "rower" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rower" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη