Μετάφραση του "rygor" σε Ελληνικά

Οι πειθαρχία, 2υποταγή, ευπείθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rygor" σε Ελληνικά.

rygor Noun noun masculine γραμματική

ustalony porządek zmuszający do zachowania ściśle określonych przepisów [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πειθαρχία

    noun feminine

    Zasady te będą musiały się przełożyć na rygor budżetowy, prostotę i przejrzystość.

    Οι αρχές αυτές πρέπει να μεταφραστούν σε δημοσιονομική πειθαρχία, απλότητα και διαφάνεια.

  • 2υποταγή

    noun
  • ευπείθεια

    noun
  • υπακοή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rygor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rygor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαταγή · εντολή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rygor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη