Μετάφραση του "rygory" σε Ελληνικά
Οι διαταγή, εντολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rygory" σε Ελληνικά.
rygory
noun
normy dobrego postępowania w życiu społecznym uznane przez kogoś za obowiązujące
-
διαταγή
noun -
εντολή
nounRozkazano przenieść go do placówki o złagodzonym rygorze.
Δόθηκε εντολή να τον μεταφέρουν σε μικρότερης ασφαλείας φυλακή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rygory " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rygory" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
2υποταγή · ευπείθεια · πειθαρχία · υπακοή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη