Μετάφραση του "schody" σε Ελληνικά

Οι σκάλα, κλιμακοστάσιο, κλίμακα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schody" σε Ελληνικά.

schody noun γραμματική

konstrukcja ze stopni, z których każdy następny jest umieszczony nieco wyżej od poprzedniego, służąca do przemieszczania się pomiędzy różnymi poziomami; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκάλα

    noun feminine

    konstrukcja ze stopni, z których każdy następny jest umieszczony nieco wyżej od poprzedniego, służąca do przemieszczania się pomiędzy różnymi poziomami;

    To gruby dzieciak spychany w dół ruchomymi schodami.

    Είναι ένα χοντρό παιδί που το σπρώχνουν από μια κινούμενη σκάλα.

  • κλιμακοστάσιο

    noun neuter

    Na tych schodach jest spory ruch, ale w laboratorium odkryliśmy nieprawidłowe ślady.

    Επειδή πολύς κόσμος χρησιμοποιεί το κλιμακοστάσιο, γυρίσαμε στο εργαστήριο όπου βρήκαμε ένα ασυνήθιστο σετ αποτυπωμάτων.

  • κλίμακα

    noun feminine

    Wejścia dające dostęp do schodów mają nie mniej niż 700 mm wolnej szerokości.

    Τα ανοίγματα θυρών που παρέχουν πρόσβαση σε κλίμακα δεν πρέπει να έχουν καθαρό πλάτος μικρότερο των 700 mm.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schody " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "schody"

Φράσεις παρόμοιες με "schody" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schody" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη