Μετάφραση του "schowek" σε Ελληνικά

Οι πρόχειρο, απόθεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schowek" σε Ελληνικά.

schowek noun masculine γραμματική

miejsce, gdzie coś można schować [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόχειρο

    Noun noun

    inform. informatyka pamięć zarządzana przez system operacyjny, która umożliwia kopiowanie i wklejanie danych w programie albo między programami [..]

    Obrazek w schowku jest większy od bieżącego! Wkleić jako nowy obrazek?

    Η εικόνα που βρίσκεται στο πρόχειρο είναι μεγαλύτερη από την τρέχουσα εικόνα! Να γίνει επικόλληση σε νέα εικόνα

  • απόθεμα

    noun neuter

    To nie był jego prywatny schowek, Greg.

    Δεν είναι το προσωπικό του απόθεμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schowek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schowek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη