Μετάφραση του "schronisko" σε Ελληνικά
Οι καταφύγιο, άσυλο, κέντρο περίθαλψης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schronisko" σε Ελληνικά.
budynek zapewniający miejsce odpoczynku, schronienia, bazę noclegową i gastronomiczną; [..]
-
καταφύγιο
noun neuterplacówka przeznaczona dla bezdomnych zwierząt; [..]
Bo w schronisku czułem się potrzebny. Ludziom i zwierzętom.
Στο καταφύγιο των ζώων ένιωθα ότι βοηθούσα, και τους ανθρώπους και τα ζώα.
-
άσυλο
noun neutermiejsce, w którym można się schronić
Major jest doradcą w schronisku Helton, przejściowym ośrodku dla nastoletnich uciekinierów.
Ο Μέιτζορ είναι δικηγόρος σε ένα άσυλο για εφήβους.
-
κέντρο περίθαλψης
miejsce schronienia, np. przed deszczem lub niebezpieczeństwem
A ja w schronisku dla zwierząt.
Εγώ στο κέντρο περίθαλψης ζώων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατάλυμα
- κλωβός
- ξενώνας
- υπόστεγο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schronisko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "schronisko"
Φράσεις παρόμοιες με "schronisko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξενώνας νεότητας
-
ορειβατικό καταφύγειο
-
καταφύγιο ζώων
-
Ορειβατικό καταφύγιο
-
καταφύγιο έκτακτης ανάγκης