Μετάφραση του "separacjonizm" σε Ελληνικά

Οι διάλυση, χωρισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "separacjonizm" σε Ελληνικά.

separacjonizm noun masculine

dążenie do autonomii [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάλυση

    noun
  • χωρισμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " separacjonizm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "separacjonizm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη