Μετάφραση του "separator" σε Ελληνικά

Οι διαχωριστικό, διαχωριστής, διαχωριστική γραμμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "separator" σε Ελληνικά.

separator noun masculine

urządzenie oddzielające materiały o różnej gęstości własnej za pomocą wody lub powietrza

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαχωριστικό

    Pola separatora średnika ";" nie wolno używać w danych w formacie tekstowym.

    ως διαχωριστικό πεδίων δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε δεδομένα με τη μορφή κειμένου.

  • διαχωριστής

    urządzenie oddzielające materiały o różnej gęstości własnej za pomocą wody lub powietrza

    Do celów rekordu binarnego znak „FS” nie jest używany jako separator ani jako znak kończący transakcję.

    Για τις δυαδικές εγγραφές, ο χαρακτήρας «FS» δεν χρησιμοποιείται ως διαχωριστής εγγραφών ή χαρακτήρας τέλους της πράξης.

  • διαχωριστική γραμμή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " separator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "separator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "separator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη