Μετάφραση του "spacerowicz" σε Ελληνικά
Το περιπατητής είναι η μετάφραση του "spacerowicz" σε Ελληνικά.
spacerowicz
Noun
noun
masculine
γραμματική
osoba, która spaceruje
-
περιπατητής
masculineosoba, która spaceruje
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spacerowicz " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "spacerowicz"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη