Μετάφραση του "spacerowiczka" σε Ελληνικά

Το περιπατήτρια είναι η μετάφραση του "spacerowiczka" σε Ελληνικά.

spacerowiczka Noun noun feminine γραμματική

kobieta, która przechadza się dla przyjemności

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιπατήτρια

    feminine

    kobieta, która przechadza się dla przyjemności

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spacerowiczka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "spacerowiczka"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spacerowiczka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη