Μετάφραση του "splendor" σε Ελληνικά

Οι λαμπρότητα, μεγαλείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "splendor" σε Ελληνικά.

splendor Noun noun masculine γραμματική

oznaki świetności lub bogactwa [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαμπρότητα

    noun feminine
  • μεγαλείο

    noun neuter

    Brak śladu po dawnym splendorze, i po mieszkańcach.

    Και τώρα δεν έχει απομείνει ίχνος απ'το αρχαίο μεγαλείο, ούτε απ'τους κατοίκους του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " splendor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "splendor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη