Μετάφραση του "split" σε Ελληνικά

Οι διάσπαση, σπάσιμο, Split είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "split" σε Ελληνικά.

split noun masculine

w ekonomii - obniżenie wartości nominalnej akcji przy jednoczesnym utrzymaniu dotychczasowego kapitału akcyjnego spółki [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάσπαση

    noun

    — emisji akcji premiowych w momencie emisji oraz emisji akcji podzielonych na mniejsze jednostki (splitów).

    — δωρεάν μετοχές, μόνο κατά το χρόνο έκδοσης, και μετοχές που προέρχονται από διάσπαση.

  • σπάσιμο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " split " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Split noun γραμματική

geogr. miasto portowe w Chorwacji;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Split

    Właśnie doświadczyliśmy kilku sytuacji nie do przyjęcia w związku z paradą gejów w Splicie.

    Προσφάτως είδαμε να εκτυλίσσονται απαράδεκτα γεγονότα στο Split σε σχέση με την παρέλαση υπερηφάνειας των ομοφυλοφίλων.

  • Σπλιτ

    proper neuter

    Split (miasto)

    Istnieje bardzo dobra koordynacja między przejściami granicznymi, urzędem na szczeblu regionalnym w Splicie i administracją centralną.

    Υπάρχει πολύ καλός συντονισμός μεταξύ του σημείου συνοριακής διέλευσης, της περιφερειακής διεύθυνσης στο Σπλιτ και της κεντρικής διοίκησης.

Εικόνες με "split"

Φράσεις παρόμοιες με "split" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "split" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη