Μετάφραση του "stop" σε Ελληνικά

Οι κράμα, σταματώ, κράμα (μετάλλων) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stop" σε Ελληνικά.

stop noun interjection masculine γραμματική

techn. substancja złożona z metalu i innych metali lub niemetali; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κράμα

    noun neuter

    techn. substancja złożona z metalu i innych metali lub niemetali; [..]

    Zamknięcie końców zbiorników ze stopu aluminium nie może odbywać się w drodze kształtowania.

    Μια διαδικασία διαμόρφωσης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για το κλείσιμο των άκρων των δεξαμενών από κράμα αλουμινίου.

  • σταματώ

    verb

    Chciałem, ale ta cholerna stopa mi nie dała.

    Θα το ήθελα, αλλά το καταραμένο πόδι με σταμάτησε.

  • κράμα (μετάλλων)

    Substancja metaliczna otrzymywana najczęściej przez stopienie dwóch lub więcej metali (niekiedy z domieszką niemetali), wytwarzana w celu uzyskania lepszych właściwości wytrzymałościowych i technologicznych.

  • κράματα

    Ten pancerz to jakiś stop, ale dzięki tym włóknom jest elastyczny.

    Η πανοπλία είναι κάποιο είδος κράματος, αλλά το ινώδες πλέγμα, είναι εύκαμπτο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stop"

Φράσεις παρόμοιες με "stop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη