Μετάφραση του "stopa" σε Ελληνικά

Οι πόδι, μετρικός πους, οπλή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stopa" σε Ελληνικά.

stopa noun feminine γραμματική

anat. część ciała tworząca dolny koniec nogi, ograniczona piętą i kostką; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόδι

    noun neuter

    anat. anatomia część ciała tworząca dolny koniec nogi, ograniczona piętą i kostką; [..]

    Kop, jakbyś chciał, żeby stopa przeszła na wylot.

    To μόvo πoυ πρέπει vα κάvεις είναι vα χτυπήσεις με τo πόδι σoυ τηv μπάλα.

  • μετρικός πους

    noun
  • οπλή

    noun feminine
  • πατούσα

    noun

    Może jeśli obetniemy mu stopę, ludziom zrobi się go żal?

    Αν του κόψουμε την πατούσα, οι άνθρωποι θα τον λυπούνται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stopa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stopa Proper noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Stopa" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Stopa στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "stopa"

Φράσεις παρόμοιες με "stopa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stopa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη