Μετάφραση του "strojenie" σε Ελληνικά

Οι διακόσμηση, κούρδισμα, κούρντισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strojenie" σε Ελληνικά.

strojenie Noun noun γραμματική

rzecz. odczas. od: stroićKategoria:Zerwane miękkie przekierowaniaKategoria:Język polski - rzeczowniki odczasownikowe

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακόσμηση

    noun neuter
  • κούρδισμα

    noun

    Wasze pianino wymaga strojenia.

    Το πιάνο θέλει κούρδισμα.

  • κούρντισμα

    noun neuter
  • στολισμός

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strojenie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "strojenie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μαγιό
  • ένδυμα · αμφίεση · ενδυμασία · εξοπλισμός · κούρντισμα · περιβολή · ρούχα · φορεσιά · φόρεμα
  • Παραδοσιακή ενδυμασία
  • αδαμιαία περιβολή
  • αδαμιαία περιβολή
  • επίσημο ένδυμα
  • οικοδομώ · χτίζω
  • ένδυμα · αμφίεση · ενδυμασία · εξοπλισμός · κούρντισμα · περιβολή · ρούχα · φορεσιά · φόρεμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strojenie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη