Μετάφραση του "testament" σε Ελληνικά
Το διαθήκη είναι η μετάφραση του "testament" σε Ελληνικά.
testament
noun
masculine
γραμματική
praw. dokument, w którym człowiek określa, co po jego śmierci należy zrobić z jego majątkiem; [..]
-
διαθήκη
noun femininerozrządzenie własnym majątkiem na wypadek śmierci
Wykonawca testamentu może zostać ustanowiony w testamencie lub umowie dziedziczenia.
Ο εκτελεστής διαθήκης μπορεί να διορισθεί με διαθήκη ή με κληρονομική σύμβαση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " testament " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Testament
Testament (John Grisham)
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Testament" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Testament στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "testament"
Φράσεις παρόμοιες με "testament" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Παλαιά Διαθήκη
-
διαθήκη ζωής
-
παλαιά διαθήκη
-
καινή διαθήκη
-
Καινή Διαθήκη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη