Μετάφραση του "testowanie" σε Ελληνικά

Οι δοκιμή, τεστ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "testowanie" σε Ελληνικά.

testowanie noun γραμματική

rzecz. rzeczownik odczas. odczasownikowy od → testować [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοκιμή

    noun feminine

    Państwa członkowskie zgłosiły, że wciąż stosuje się praktykę testowania szczepionek na tych gatunkach zwierząt.

    Κράτη μέλη δήλωσαν ότι η δοκιμή εμβολίων στα εν λόγω είδη αποτελεί ακόμη κοινή πρακτική.

  • τεστ

    noun

    Będę przez następne dwie godziny testował ten pseudonim.

    Θα τον βάλω για τεστ, τις επόμενες δύο ώρες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " testowanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "testowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "testowanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη