Μετάφραση του "trzon" σε Ελληνικά

Οι πυρήνας, ραχοκοκαλιά, βάση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trzon" σε Ελληνικά.

trzon noun masculine γραμματική

najważniejszy, główny element jakiegoś przedmiotu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυρήνας

    noun masculine

    Przemysł budowy samolotów jest traktowany jako technicznie zaawansowany trzon odbudowy ukraińskiego przemysłu.

    Η αεροναυπηγική θεωρείται πυρήνας υψηλής τεχνολογίας για την ανάκαμψη της ουκρανικής βιομηχανίας.

  • ραχοκοκαλιά

    noun feminine

    Odpowiedzialna przedsiębiorczość jest zawsze trzonem konkurencyjności i udanej działalności gospodarczej.

    " υπεύθυνη επιχειρηματικότητα αποτελεί πάντα τη ραχοκοκαλιά της ανταγωνιστικότητας και των επιτυχημένων εμπορικών σχέσεων. "

  • βάση

    noun feminine

    Łącznie, te dwa szlaki tworzą trzon zmodernizowanej szwajcarskiej sieci kolejowej.

    Μαζί, οι δύο αυτοί άξονες αποτελούν τη βάση του σύγχρονου ελβετικού σιδηροδρομικού συστήματος.

  • μίσχος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trzon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trzon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trzon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη