Μετάφραση του "trzonek" σε Ελληνικά

Οι εργαλείο, καυλί, κοντάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trzonek" σε Ελληνικά.

trzonek Noun noun masculine γραμματική

uchwyt, rękojeść jakiegoś narzędzia

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργαλείο

    noun neuter
  • καυλί

    noun neuter
  • κοντάρι

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πουλί
    • πούτσος
    • τσουτσούνι
    • ψωλή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trzonek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trzonek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη