Μετάφραση του "w." σε Ελληνικά

Το εξόγκωμα είναι η μετάφραση του "w." σε Ελληνικά.

w. noun γραμματική

= wiek [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξόγκωμα

    noun

    Ale nawet najmniejsze puknięcie w głowę, czy chociażby przekręcenie w łóżeczku mogło spowodować odnowienie się go.

    Ακόμα και το παραμικρό εξόγκωμα στο κεφάλι ή μια τούμπα όταν ήταν μωρό, μπορεί να ξανά αιμορραγούσε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " w. " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "w." με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "w." σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη