Μετάφραση του "w.c." σε Ελληνικά
Οι μέρος, τουαλέτα, μέρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "w.c." σε Ελληνικά.
w.c.
noun
-
μέρος
noun -
τουαλέτα
noun feminineDwaj prawnicy w w.c. na trzecim piętrze myślą inaczej.
Δύο συνήγοροι στην τουαλέτα είχαν την αντίθετη άποψη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " w.c. " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
W.C.
noun
-
μέρος
noun -
τουαλέτα
noun feminineDwaj prawnicy w w.c. na trzecim piętrze myślą inaczej.
Δύο συνήγοροι στην τουαλέτα είχαν την αντίθετη άποψη.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη