Μετάφραση του "walizka" σε Ελληνικά

Οι βαλίτσα, βαλίτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "walizka" σε Ελληνικά.

walizka noun feminine γραμματική

rodzaj torby podróżnej w formie sztywnego prostopadłościanu z uchwytem; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαλίτσα

    noun feminine

    rodzaj torby podróżnej w formie sztywnego prostopadłościanu z uchwytem; [..]

    Tom otworzył swoją walizkę.

    O Τομ άνοιξε τη βαλίτσα του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " walizka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Walizka
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαλίτσα

    noun

    Tom otworzył swoją walizkę.

    O Τομ άνοιξε τη βαλίτσα του.

Εικόνες με "walizka"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "walizka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη