Μετάφραση του "walka" σε Ελληνικά

Οι αγώνας, μάχη, πάλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "walka" σε Ελληνικά.

walka noun feminine γραμματική

siłowe lub zbrojne rozstrzyganie konfliktu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγώνας

    noun masculine

    sport. mecz bokserski lub mecz innego sportu kontaktowego [..]

    Pierwsza walka od dwóch lat, a ma znakomitą kondycję.

    Πρώτος αγώνας σε δυο χρόνια και βρίσκεται σε τέλεια κατάσταση.

  • μάχη

    noun feminine

    To miejsce jest chronione magią, będzie się toczyć zażarta walka.

    Αυτή η περιοχή είναι προστατευμένη με μαγεία, θα υπάρξει μία μοχθηρή μάχη.

  • πάλη

    noun feminine

    Rozszerzyliśmy obwód poszukiwań, ale póki co żadnych śladów walki lub przestępstwa.

    Επεκτείναμε την περίμετρο αλλά ως τώρα, κανένα ίχνος πάλης ή εγκληματικής πράξης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύρραξη
    • ανταγωνισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " walka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Walka
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάχη

    noun

    Walka o nasze dusze!

    Μία μάχη ζωής μετά τον θάνατο για όλες τις ψυχές μας!

Εικόνες με "walka"

Φράσεις παρόμοιες με "walka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "walka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη