Μετάφραση του "waluta" σε Ελληνικά
Οι νόμισμα, συνάλλαγμα, νομισματική μονάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "waluta" σε Ελληνικά.
wymienialny środek płatniczy [..]
-
νόμισμα
noun neuterrodzaj pieniędzy, którymi płaci się w danym państwie
Słowacja spełnia warunki konieczne do przyjęcia jednej waluty.
Η Σλοβακία πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος.
-
συνάλλαγμα
nounRyzyko rynkowe spowodowane ogólnymi zmianami rynkowymi w zakresie rynkowych instrumentów dłużnych, papierów kapitałowych, walut i towarów.
Κίνδυνος αγοράς που προκαλείται από γενικές κινήσεις αγοράς διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων, μετοχών, συναλλάγματος και εμπορευμάτων.
-
νομισματική μονάδα
nounW wykazie nominały monet odnoszą się do waluty wskazanej na monecie.
στον κατάλογο η ονομασία του νομίσματος αντιστοιχεί στη νομισματική μονάδα που αναγράφεται σε αυτό.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λεφτά
- χρήμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " waluta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
νόμισμα
noun neuterWaluta niewyemitowana, lecz przeznaczona do obiegu – art. 5
Μη εκδοθέν νόμισμα αλλά προοριζόμενο προς κυκλοφορία – άρθρο 5
-
Νομισματική μονάδα
Waluta (jeżeli nie jest to euro)
Νομισματική μονάδα (εάν είναι διαφορετική από το ευρώ)
Φράσεις παρόμοιες με "waluta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξένο νόμισμα · συνάλλαγμα
-
διεθνές νόμισμα
-
καλάθι νομισμάτων
-
Σκληρό νόμισμα
-
αναγνωριστικό τοπικής νομισματικής μονάδας
-
Σύμβολο νομίσματος · σύμβολο νομίσματος
-
ευρωπαϊκό νόμισμα
-
ενιαία συναλλαγματική πολιτική