Μετάφραση του "wariograf" σε Ελληνικά
Οι ανιχνευτής ψεύδους, πολύγραφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wariograf" σε Ελληνικά.
wariograf
Noun
noun
masculine
γραμματική
urządzenie służące do rejestrowania nieświadomych reakcji przesłuchiwanego na zadawane pytania, pomagające wnioskować o jego prawdomówności; [..]
-
ανιχνευτής ψεύδους
nounMoja to wariograf w ludzkiej skórze.
Η δική μου είναι ανθρώπινος ανιχνευτής ψεύδους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wariograf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Wariograf
-
πολύγραφος
NounWariograf ani drgnął podczas przesłuchania.
Κύριε, όλη την ώρα της ανάκρισης, ο πολύγραφος ούτε που κουνήθηκε.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη