Μετάφραση του "wonny" σε Ελληνικά

Οι αρωματικός, ευωδιαστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wonny" σε Ελληνικά.

wonny adjective masculine γραμματική

wydzielający woń – przyjemny zapach [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρωματικός

    adjective masculine

    „Korzenie indyjskie” z Objawienia 18:13 (gr. ámomon) to jakaś wonna roślina z rodziny imbirowatych.

    Το «ινδικό μυρωδικό» του εδαφίου Αποκάλυψη 18:13 είναι κατά κυριολεξία το «άμωμο», ένας αρωματικός θάμνος της οικογένειας Ζιγγιβερίδες.

  • ευωδιαστός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wonny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wonny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wonny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη