Μετάφραση του "Orgulho" σε Ελληνικά
Οι υπερηφάνεια, περηφάνια, εγωισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Orgulho" σε Ελληνικά.
orgulho
noun
masculine
γραμματική
-
υπερηφάνεια
noun feminineSucumbimos a um pecado como a inveja ou o orgulho, e só nos magoamos a nós.
Ενδίδεις σε ένα αμάρτημα, όπως είναι η ζήλια ή η υπερηφάνεια και πληγώνεις μόνο τον εαυτό σου.
-
περηφάνια
noun feminineVocê tem os sonhos, tem o charme e tem o orgulho.
Έχεις όνειρα, έχεις την φλυαρία και έχεις περηφάνια.
-
εγωισμός
noun feminineNão é Michael quem o conduz, é seu próprio orgulho.
Δεν είναι ο Μάικλ αυτός που σε οδηγεί αλλά ο ίδιος σου ο εγωισμός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αξιοπρέπεια
- έπαρση
- υπεροψία
- αυτοσεβασμός
- αρχοντιλίκι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Orgulho " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη