Μετάφραση του "electron" σε Ελληνικά

Το ηλεκτρόνιο είναι η μετάφραση του "electron" σε Ελληνικά.

electron noun Noun masculine γραμματική

particulă

+ Προσθήκη

Ρουμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλεκτρόνιο

    noun neuter

    particulă

    Apoi, din când în când, un atom de sodiu este preluat odată cu acest electron.

    Και κάθε τόσο ένα άτομο νατρίου παρασύρεται μαζί με το ηλεκτρόνιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " electron " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "electron" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "electron" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη