Μετάφραση του "electronic" σε Ελληνικά
Οι ηλεκτρονικός, ηλεκτρικός, ηλεκτρονιακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "electronic" σε Ελληνικά.
electronic
Adjective
γραμματική
-
ηλεκτρονικός
adjectiveAl doilea mijloc de identificare poate fi un emițător electronic de răspuns.
Το δεύτερο μέσο αναγνώρισης μπορεί να είναι ηλεκτρονικός πομποδέκτης.
-
ηλεκτρικός
adjective masculineAccelerație și frână acționate electronic
Ηλεκτρικός επιταχυντής και ηλεκτρική πέδηση
-
ηλεκτρονιακός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " electronic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Electronic
-
Ηλεκτρονική
Unitatea de control electronică de gestionare a motorului pentru alimentarea cu GN
Ηλεκτρονική μονάδα ελέγχου ρύθμισης του κινητήρα σε οχήματα τροφοδοτούμενα με φυσικό αέριο
Φράσεις παρόμοιες με "electronic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ηλεκτρονική τραπεζική συναλλαγή
-
αυτόκλητη ηλεκτρονική διαφήμιση
-
ηλεκτρονικό μουσικό όργανο
-
ηλεκτρονικό περιοδικό
-
πρόγραμμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
-
ενισχυτής
-
ηλεκτρονικό εξάρτημα
-
γενική λίστα ασφαλείας με ενεργοποίηση ταχυδρομείου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη