Μετάφραση του "crevo" σε Ελληνικά
Οι λάστιχο, λάστιχο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crevo" σε Ελληνικά.
crevo
-
λάστιχο
noun neuterPošto smo ih pretukli, pronašli smo crevo za vodu.
Με το που δείραμε εκείνα τα παιδιά, βρήκαμε ένα λάστιχο ποτίσματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " crevo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
црево
-
λάστιχο
noun neuterНаноси лосион на кожу или поново добија црево.
Τρίβει τη λοσιόν στο δέρμα του γιατί θα το ξαναβρέξω με το λάστιχο.
Φράσεις παρόμοιες με "crevo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παχύ έντερο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη