Μετάφραση του "crkva" σε Ελληνικά
Οι εκκλησία, ναός, Εκκλησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crkva" σε Ελληνικά.
-
εκκλησία
noun femininePua je pevao u crkvi.
Η Πουά τραγούδησε στην εκκλησία.
-
ναός
noun masculineOd ovog trena, crkva se posvećuje jedinom cilju.
Από αυτή τη στιγμή αυτή, αφιερώνω αυτό το ναό σε ένα σκοπό.
-
Εκκλησία
noun femininePua je pevao u crkvi.
Η Πουά τραγούδησε στην εκκλησία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " crkva " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
εκκλησία
noun feminineθρησκευτικό κτίριο στο Χριστιανισμό
Ту је и стара црква која је дуго затворена.
Υπάρχει επίσης μία παλιά εκκλησία, που είναι κλειστή για αρκετό καιρό.
-
ναός
noun masculine„Јер jе црква Божjа света, а то сте ви” (1. посл. Коринћанима 3:17).
«Ο ναός του Θεού είναι άγιος, ο οποίος είστε εσείς» (Προς Κορινθίους Α ́ 3:17).
-
Εκκλησία
noun feminineВрло дрско за мишљење да црква неће кренути у своју одбрану?
Αλαζονικό να πιστεύουμε ότι η Εκκλησία δεν θα αμυνθεί.