Μετάφραση του "entitet" σε Ελληνικά
Οι οντότητα, οντότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entitet" σε Ελληνικά.
entitet
-
οντότητα
noun femininePočela sam da gledam na ruku kao na odvojeni entitet koji je mučio moj život i brak.
Ο βραχίονάς μου άρχισε να μοιάζει με ανεξάρτητη οντότητα που έπληττε τη ζωή και το γάμο μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " entitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
ентитет
-
οντότητα
noun feminineπράγμα
Пре три дана, нељудски ентитет појавио се на станици метроа.
Πριν τρεις μέρες, μία μη ανθρώπινη οντότητα εμφανίστηκε στο μετρό.
Φράσεις παρόμοιες με "entitet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σχέση οντοτήτων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη