Μετάφραση του "Cement" σε Ελληνικά

Οι τσιμέντο, τσιμέντο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Cement" σε Ελληνικά.

Cement
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσιμέντο

    noun

    Konstgjord litografisk sten är oftast av malen sammanpressad cement eller kalksten.

    Η τεχνητή πέτρα λιθογραφίας αποτελείται συνήθως από τσιμέντο και από ανθρακικό ασβέστιο τα οποία κονιοποιούνται και συμπιέζονται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Cement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

cement noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσιμέντο

    noun neuter

    Konstgjord litografisk sten är oftast av malen sammanpressad cement eller kalksten.

    Η τεχνητή πέτρα λιθογραφίας αποτελείται συνήθως από τσιμέντο και από ανθρακικό ασβέστιο τα οποία κονιοποιούνται και συμπιέζονται.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Cement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη