Μετάφραση του "censur" σε Ελληνικά
Οι λογοκρισία, Λογοκρισία, λογοκρισία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "censur" σε Ελληνικά.
censur
noun
common
w
γραμματική
-
λογοκρισία
noun feminineDet är inte ett försök att skapa censur kring frågorna.
Δεν αποτελεί προσπάθεια να επιβληθεί οποιαδήποτε λογοκρισία επί των ερωτήσεων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " censur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Censur
-
Λογοκρισία
Censur är ett allvarligt politiskt problem i Vitryssland.
λαμβάνοντας υπόψη ότι η λογοκρισία συνιστά σοβαρό πολιτικό ζήτημα στη Λευκορωσία·
-
λογοκρισία
nounCensur är ett allvarligt politiskt problem i Vitryssland.
λαμβάνοντας υπόψη ότι η λογοκρισία συνιστά σοβαρό πολιτικό ζήτημα στη Λευκορωσία·
Εικόνες με "censur"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη