Μετάφραση του "Inkomst" σε Ελληνικά

Οι Εισόδημα, εισόδημα, προϊόν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Inkomst" σε Ελληνικά.

Inkomst
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εισόδημα

    Inkomst från uthyrning av fastighet eller mark

    Εισόδημα από εκμίσθωση ακινήτου ή γαιών

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Inkomst " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

inkomst noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισόδημα

    noun neuter

    I den aktiva inkomsten för inträde innefattas både den offentliga arbetsförmedlingen och socialtjänsten.

    Το ενεργό εισόδημα για την ένταξη εμπλέκει τόσο τη δημόσια υπηρεσία απασχόλησης όσο και τις κοινωνικές υπηρεσίες.

  • προϊόν

    noun neuter

    Upprätta en tvärministeriell byrå med uppgift att beslagta inkomster från brottslig verksamhet.

    Δημιουργία διυπουργικής υπηρεσίας αρμόδιας για την κατάσχεση των προερχόμενων από εγκλήματα προϊόντων.

  • έσοδα

    noun n-p

    Budgeten skall finansieras genom bidrag från medlemsstaterna och andra tillfälliga inkomster.

    Ο προϋπολογισμός χρηματοδοτείται από τις συνεισφορές των κρατών μελών και άλλα περιστασιακά έσοδα.

Φράσεις παρόμοιες με "Inkomst" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Inkomst" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη