Μετάφραση του "inkomster" σε Ελληνικά
Το εισόδημα είναι η μετάφραση του "inkomster" σε Ελληνικά.
inkomster
noun
-
εισόδημα
noun neuterI den aktiva inkomsten för inträde innefattas både den offentliga arbetsförmedlingen och socialtjänsten.
Το ενεργό εισόδημα για την ένταξη εμπλέκει τόσο τη δημόσια υπηρεσία απασχόλησης όσο και τις κοινωνικές υπηρεσίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inkomster " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inkomster" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόσοδος γεωργικής εκμετάλλευσης
-
φορολογητέο εισόδημα
-
φόρος επιτηδεύματος
-
εισόδημα από μη μισθωτές υπηρεσίες
-
φόρος επί της αποδόσεως κεφαλαίου
-
Εισόδημα
-
αναδιανομή του εισοδήματος
-
έσοδα · εισόδημα · προϊόν
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη