Μετάφραση του "amputation" σε Ελληνικά

Οι ακρωτηριασμός, Ακρωτηριασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amputation" σε Ελληνικά.

amputation γραμματική

kirurgiskt avlägsnande av extremitet

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακρωτηριασμός

    noun masculine

    Han har också tillåtit kroppsstraff, såsom amputationer och droppande av syra i de dömdas ögon.

    Επέτρεψε επίσης καταδίκες σε σωματικές τιμωρίες όπως ο ακρωτηριασμός και η ρίψη οξέων στα μάτια καταδίκων.

  • Ακρωτηριασμός

    Han har också tillåtit kroppsstraff, såsom amputationer och droppande av syra i de dömdas ögon.

    Επέτρεψε επίσης καταδίκες σε σωματικές τιμωρίες όπως ο ακρωτηριασμός και η ρίψη οξέων στα μάτια καταδίκων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amputation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amputation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη