Μετάφραση του "bevattning" σε Ελληνικά

Το άρδευση είναι η μετάφραση του "bevattning" σε Ελληνικά.

bevattning γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άρδευση

    noun

    Andra källor till vatten som används för bevattning vilka inte är nämnda på annat ställe.

    Άλλες πηγές υδάτων που χρησιμοποιούνται για άρδευση, οι οποίες δεν αναφέρονται αλλού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bevattning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bevattning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bevattning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη