Μετάφραση του "bevis" σε Ελληνικά
Οι απόδειξη, τεκμήριο, αποδείξεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bevis" σε Ελληνικά.
resonemang eller fakta
-
απόδειξη
substantiv noun feminineDen behöriga myndigheten ska registrera bevis för sådant återkallande.
Η απόδειξη της ανάκλησης αυτής καταχωρίζεται από την αρμόδια αρχή.
-
τεκμήριο
noun neuterBiljetten skall tills motsatsen bevisats gälla som bevis för ingåendet av och innehållet i transportavtalet.
Ο τίτλος μεταφοράς αποτελεί τεκμήριο, μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, της σύναψης και του περιεχομένου της συμβάσεως μεταφοράς.
-
αποδείξεις
nounFör några år sen hittade de bevis för övergrepp mot barn.
Πριν από μερικά χρόνια βρήκαν αποδείξεις κακοποίησης παιδιών.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πειστήριο
- αποδεικτικά μέσα
- αποδεικτικό στοιχείο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bevis " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Αποδεικτικά μέσα
Bevis för medborgarskap, villkor för återtagande av tredjelandsmedborgare och statslösa personer.
αποδεικτικά μέσα όσον αφορά την ιθαγένεια, τους όρους επανεισδοχής των υπηκόων τρίτων χωρών και των απάτριδων.
Φράσεις παρόμοιες με "bevis" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απόδειξη με αντίφαση
-
ηλεκτρονικά αποδεικτικά στοιχεία
-
Μαθηματική απόδειξη
-
διατήρηση (αποδεικτικών) στοιχείων (μέσων)