Μετάφραση του "bisexualitet" σε Ελληνικά
Οι αμφιφυλοφιλία, Αμφιφυλοφιλία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bisexualitet" σε Ελληνικά.
-
αμφιφυλοφιλία
noun feminineDe senaste månaderna har det litauiska parlamentet antagit ett antal lagar som förbjuder eller straffbelägger varje offentlig referens till homosexualitet eller bisexualitet.
Τους τελευταίους μήνες, το κοινοβούλιο της Λιθουανίας έχει ψηφίσει μια σειρά νόμων που απαγορεύουν ή τιμωρούν οιαδήποτε δημόσια αναφορά στην ομοφυλοφιλία ή την αμφιφυλοφιλία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bisexualitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Αμφιφυλοφιλία
sexuell eller romantisk dragning till personer av samma och motsatt kön
De senaste månaderna har det litauiska parlamentet antagit ett antal lagar som förbjuder eller straffbelägger varje offentlig referens till homosexualitet eller bisexualitet.
Τους τελευταίους μήνες, το κοινοβούλιο της Λιθουανίας έχει ψηφίσει μια σειρά νόμων που απαγορεύουν ή τιμωρούν οιαδήποτε δημόσια αναφορά στην ομοφυλοφιλία ή την αμφιφυλοφιλία.