Μετάφραση του "biskop" σε Ελληνικά
Οι επίσκοπος, δεσπότης, δεσμότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "biskop" σε Ελληνικά.
Den präst som fungerar som högsta religiösa ämbetsman i ett stift.
-
επίσκοπος
noun masculineDen präst som fungerar som högsta religiösa ämbetsman i ett stift.
På det senaste församlingsrådet, efter att ha rådgjort om behoven i församlingen, delade biskopen ut räddningsuppdrag.
Στο πιο πρόσφατο συμβούλιο τομέως, αφού συσκέφθηκαν για τις ανάγκες στον τομέα, ο επίσκοπος είχε δώσει αναθέσεις «διάσωσης».
-
δεσπότης
noun masculineDu vet ju att man ska tillsätta en biträdande biskop.
Ξέρεις ότι υπάρχει κενή θέση για βοηθό δεσπότη.
-
δεσμότης
-
Επίσκοπος
εκκλησιαστικός υπεύθυνος επισκοπής (για Καθολικό επίσκοπο υπάρχει το → Q611644, για Ορθόδοξο το → Q15283040)
Och om biskopen visste skulle du sitta i skiten där också.
Και αν ο Επίσκοπος ήξερε τι κάνεις, θα ήσουν κι εσύ εκεί στην κρεμάλα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " biskop " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate